Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΟΡΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΚΕΡΑΥΝΙΟΥ ΔΙΟΣ

Ζεῦ πάτερ, ὑψίδρομον πυραυγέα κόσμον ἐλαύνων, στράπτων αἰθερίου στεροπῆς πανυπέρτατον αἴγλην, παμμακάρων ἕδρανον θείαις βρονταῖσι τινάσσων, νάμασι παννεφέλοις στεροπὴν φλεγέθουσαν ἀναίθων, λαίλαπας, ὄμβρους, πρηστῆρας κρατερούς τε κεραυνούς, βάλλων † ἐς ῥοθίους φλογερούς, βελέεσσι καλύπτων παμφλέκτους, κρατερούς, φρικώδεας, ὀμβριμοθύμους, πτηνὸν ὅπλον δεινόν, κλονοκάρδιον, ὀρθοέθειρον, αἰφνίδιον, βρονταῖον, ἀνίκητον βέλος ἁγνόν, ῥοίζου ἀπειρεσίου δινεύμασι παμφάγον ὁρμήν, ἄρρηκτον, βαρύθυμον, ἀμαιμάκετον πρηστῆρα οὐράνιον βέλος ὀξὺ καταιβάτου αἰθαλόεντος, ὃν καὶ γαῖα πέφρικε θάλασσά τε παμφανόωντα, καὶ θῆρες πτήσσουσιν, ὅταν κτύπος οὖας ἐσέλθηι· μαρμαίρει δὲ πρόσωπ᾽ αὐγαῖς, σμαραγεῖ δὲ κεραυνὸς αἰθέρος ἐν γυάλοισι· διαρρήξας δὲ χιτῶνα   οὐράνιον προκάλυμμα † βάλλεις ἀργῆτα κεραυνόν. ἀλλά, μάκαρ, θυμὸν κύμασι πόντου ἠδ᾽ ὀρέων κορυφαῖσι· τὸ σὸν κράτος ἴσμεν ἅπαντες. ἀλλὰ χαρεὶς λοιβαῖσι δίδου φρεσὶν αἴσιμα πάντα ζωήν τ᾽ ὀλβιόθυμον, ὁμοῦ θ᾽ ὑγίειαν ἄνασσαν εἰρήνην τε θεόν, κουροτρόφον, ἀγλαότιμον, καὶ βίον εὐθύμοισιν ἀεὶ θάλλοντα λογισμοῖς.

Δία πατέρα μας, πού οδηγείς τον λαμπρόν κόσμον. πού βροντάει υψηλά, καί παράγεις την υψηλοτάτην λάμψιν της αιθέριας αστραπής, συ πού με τις θεϊκές βροντές σου τινάσσεις (τραντάζεις) τον θρόνον των πανευτυχών θεών, καί ανάβεις την φλογεράν αστραπήν μέσο από τα νερά. πού είναι σκεπασμένα από σύννεφα, καί στέλνεις τις λαίλαπες, τίς βροχές, τίς ανεμοθύελλες, τους ισχυρούς κεραυνούς, πού είναι φλογεροί, ορμητικοί, φρικώδεις, ισχυρόκαρδοι, θορυβώδεις, γεμάτοι φλόγα, καί σκεπάζεις με τα σύννεφα το φοβερον πετούμενο όπλον (τον κεραυνόν), πού κλονίζει τίς καρδιές καί προκαλεί ανατριχίλα, πού έρχεται αιφνιδιαστικά καί είναι βροντερό, αγνό βέλος ακατανίκητον. με τους στροβίλους του απέραντου σφυρίγματος, πού τρώγει τα πάντα κατά την ορμητικήν του κίνησιν, αδιάρρηκτον αγανακτημένον, ακαταμάχητον, το οξύ ουράνιον βέλος του φλογερού κεραυνού, πού κατεβαίνει με βροντές καί αστραπές, για τον οποίον καί ή γή αισθάνεται φρίκην (ανατριχίλα) καί ή πάμφωτη θάλασσα· καί τα θηρία τον φοβούνται όταν ο κτύπος (του κεραυνού) εισέλθη είς το αυτί των (Οταν τον ακούσουν) λάμπουν τα πρόσωπα των από τίς λάμψεις (του κεραυνού) Οταν πέφτη ο κεραυνός είς τάς κοιλάδας του αιθέρος (είς τον θόλον του ουρανού)· όταν όμως διάρρηξης (διάσχισης) τον χιτώνα, πού είναι το προκάλυμμα του ουρανού, χαλαρώνεις τον απαστράπτοντα κεραυνόν. Άλλα. μακάριε, ρίψε τον βαρύν θυμόν σου είς τα κύματα του πόντου καί είς τάς κορυφάς των βουνών · διότι την δύναμιν σου την γνωρίζομεν Ολοι.
Άλλα συ προς χάριν της σπονδής δόσε είς τάς φρένας (είς τον νουν) πάντα τα ορθά (τα πρέποντα), καί ζωήν εύτυχισμένην καί μαζί μ’ αυτά την βασίλισσαν υγείαν καί την θεάν Ειρήνην πού τρέφει τα παιδιά, την πολυτίμήτον καί βίον πού θα θάλλη (να είναι πλήρης) από εύθυμους λογισμούς.